μόρτης

ο, θηλ. -ισσα, ουδ. -ικο και -άκι
1. παιδί τού δρόμου, αλήτης, αλάνι, μάγκας, χαμίνι
2. (γενικά) άνθρωπος τιποτένιος
3. βωμολόχος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Από συγκοπή του ιταλ. beccamorti «τυμβωρύχος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μόρτης — ο θηλ. ισσα (λ. ιταλ.), αλήτης, μάγκας, κατεργάρης: Την παρέσυρε ένας μόρτης και άφησε τον άντρα της …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • мортус — обслуживающий чумных больных . Возм., из лат. mortuus, (Бодуэн де Куртенэ у Даля II, 911). Произведение из нов. греч. μόρτης могильщик (Мi. ЕW 202; Маценауэр. LF 10, 333) сомнительно, потому что нов. греч. слово засвидетельствовано только на… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • -αρία — παραγωγική κατάλ. θηλ. ουσιαστικών της Νέας Ελληνικής, η οποία αποσπάστηκε από αφηρημένα ουσιαστικά σε ία, παράγωγα ονομάτων ουσιαστικών ή επιθέτων σε αρος πρβλ. αδέκαρος αδεκαρία, απένταρος απενταρία, φαντάρος φανταρία. Στη συνέχεια η κατάλ.… …   Dictionary of Greek

  • αλάνης — ισσα, ικο 1. άνθρωπος που περνά τη μέρα του στους δρόμους, αλήτης 2. αυτός που δεν έχει καλή ανατροφή, χυδαίος, μόρτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλάνι. ΣΥΝΘ. νεοελλ. αλανοπερίστερο] …   Dictionary of Greek

  • αλανιάρης — α και –ισσα, ικο 1. ο άνθρωπος που περνά την ημέρα του στους δρόμους, αλάνης, αλήτης 2. ανάγωγος, ανήθικος, χυδαίος, μόρτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλάνι + παραγ. κατάλ. –ιάρης. ΠΑΡ. νεοελλ. αλανιαρίζω, αλανιάρικος] …   Dictionary of Greek

  • μορταρία — η το συνάφι τών μόρτηδων, ο κόσμος τών αλητών, η αλαναρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < μόρτης + κατάλ. αρία (πρβλ. αλαν αρία)] …   Dictionary of Greek

  • μοσχομάγκα — η, και μοσχομάγκας, ο 1. μάγκας, μόρτης, αλανιάρης, αλήτης, γαβριάς 2. στον πληθ. μοσχομάγκες ονομασία που, κατά την περίοδο τής πολιτικής ανωμαλίας η οποία ακολούθησε τη δολοφονία τού Καποδίστρια, δόθηκε στους γαλλόφιλους τού Ναυπλίου, καθώς και …   Dictionary of Greek

  • μόρτικος — η, ο [μόρτης] αυτός που ανήκει ή αρμόζει σε μόρτη, αλήτικος, μάγκικος, αλανιάρικος («μόρτικα φερσίματα») …   Dictionary of Greek

  • ρεμπέτης — και ρεμπέτας, ο, θηλ. ρεμπέτισσα και ρεμπέτα, Ν 1. άσωτος, αλήτης, μόρτης 2. ο συνθέτης, καθώς και ο ερμηνευτής, ρεμπέτικων τραγουδιών. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ., κατά μια άποψη, έχει σχηματιστεί από το ίδιο θ. με το σλαβ. rebenok / πληθ. rebiata «παιδί,… …   Dictionary of Greek

  • παλιόπαιδο — το 1. παιδί κακής διαγωγής, αλλ. αλάνι, μόρτης, αλητόπαιδο. 2. απλώς επιτιμητική λέξη: Γιατί δεν έρχεσαι να μας δεις, παλιόπαιδο; …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.